| Στα βάθη και στα ύψη... |
|
|
| Γράφει ο/η Νίκος Γκίκας | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| 26.08.06 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Ανάλυση των δύο σημαντικότερων μετεωρολογικών γεγονότων του καλοκαιριού 2006 Με αφορμή το ημερολογιακό τέλος του καλοκαιριού, ενδιαφέρον θα έχει να δούμε δύο μετεωρολογικά περιστατικά τα οποία εκτός από το εξαιρετικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν για τους μετεωρολόγους, επηρέασαν ποικιλοτρόπως και την ζωή της χώρας μας. A) Το πρώτο αναφέρεται στην κακοκαιρία που έπληξε την χώρα μας στο διάστημα μεταξύ 1-4 Ιουλίου, μετά από ένα έντονο κύμα ζέστης που επηρέασε την περιοχή μας μεταξύ 27/6 και 30/6. Στην κορύφωση αυτού του κύματος, η θερμοκρασία έφτασε τους 37-38 βαθμούς σε διάφορες ηπειρωτικές περιοχές της χώρας μας. Σαν σύνοψη, κρίνεται σκόπιμο να τις παραθέσουμε και τώρα τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί:
Όσον αφορά την βόρεια Ελλάδα, οι μέγιστες τιμές της θερμοκρασίας, δεν ξεπέρασαν τους 34-36 βαθμούς, αλλά συνδυάστηκαν με πολύ αυξημένες τιμές της σχετικής υγρασίας, τουλάχιστον στα παραθαλάσσια, πράγμα που σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (ασθενείς ανέμους, τοπικές συνθήκες κτλ), οδήγησε στην αυξημένη αίσθηση της δυσφορίας. Ακολουθούν οι χάρτες ανώτερης τροπόσφαιρας (500hpa) και κατώτερης (850hpa) για την 29η και 30η του Ιουνίου, όπου απεικονίζεται σαφώς η διάταξη των συστημάτων που προκάλεσαν το κύμα ζέστης. Παρατηρείται βαθύ ridge στην κεντρική Μεσόγειο και εισβολή θερμών αερίων μαζών κυρίως δυτικότερα της Ελλάδας στην Ιταλία, οι οποίες όμως επηρέασαν και την χώρα μας, αφού ένα τμήμα τους μεταφέρθηκε μέσω της κυκλοφορίας: 1. Reanalysis Χάρτης του στρώματος των 500mb, της 29ης Ιουνίου 2006. Τα χρώματα απεικονίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα και οι άσπρες καμπύλες τις πιέσεις στο επίπεδο της θάλασσας
2. Reanalysis Χάρτης του στρώματος των 850mb, της 29ης Ιουνίου 2006. Απεικονίζεται η θερμοκρασία.
3. Reanalysis χάρτης του στρώματος των 500hpa, της 30ης Ιουνίου 2006. Τα χρώματα συμβολίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα και οι λευκές καμπύλες, τις πιέσεις στην επιφάνεια.
4. Reanalysis χάρτης του στρώματατος των 850hpa, της 30ης Ιουλίου 2006. Τα χρώματα απεικονίζουν τη θερμοκρασία.
Στη συνέχεια, και από την πρώτη του Ιουλίου, η κυκλοφορία αλλάζει άρδην και παρατηρείται η γρήγορη δημιουργία αυλώνα στην περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα γίνεται απόπειρα εγκατάστασης ενός νέου ridge, αυτήν την φορά στην περιοχή της κεντροδυτικής Ευρώπης, το οποίο προκαλεί άνοδο της πίεσης ακριβώς βορειότερα του αυλώνα (αντικυκλώνας εμποδισμού). Επιπλέον, ένας νέος αυλώνας βλέπουμε πως κατέρχεται στην περιοχή της Ρωσίας. 1. Reanalysis χάρτης του στρώματος των 500mb της 1ης Ιουλίου 2006. Τα χρώματα απεικονίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα, ενώ οι λευκές γραμμές απεικονίζουν τις πιέσεις στο επίπεδο της θάλασσας.
Συνεπώς, ο αυλώνας της κεντρικής Ευρώπης «σπρώχνεται» να κινηθεί προς τα νοτιοανατολικά, με αφορμή: 1. Reanalysis χάρτης του στρώματος των 500mb της 2ας Ιουλίου 2006. Τα χρώματα απεικονίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα, ενώ οι λευκές καμπύλες απεικονίζουν τις πιέσεις στο επίπεδο της θάλασσας.
Πλέον, την 3η του μήνα, παρατηρούμε ένα κλειστό κέντρο χαμηλών πιέσεων και θερμοκρασιών στα ανώτερα στρώματα της χώρας μας. Ο αντικυκλώνας εμποδισμού έχει επεκταθεί αρκετά, όπως και το ridge το οποίο μετακινείται σταδιακά ανατολικότερα. Το θερμικό χαμηλό της Μέσης Ανατολής, το οποίο καραδοκεί πάντα αυτήν την εποχή στα νοτιοανατολικά της χώρας μας, ισχυροποιείται και από την κυκλογένεση που προκαλεί στην ίδια ακριβώς περιοχή το χαμηλό ανώτερης τροπόσφαιρας που έχει εγκατασταθεί. Ο συνδυασμός αυτός προκαλεί εκτεταμένο βόρειο ρεύμα στην περιοχή μας οι απαρχές του οποίου μπορούν να παρατηρηθούν στην περιοχή της Ρωσίας λόγω του αυλώνα εκεί. Ψυχρές αέριες μάζες κατακλύζουν την χώρα μας. 1. Reanalysis Χάρτης του στρώματος των 500mb της 3ης Ιουλίου 2006. Τα χρώματα, απεικονίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα, ενώ οι λευκές καμπύλες απεικονίζουν τις πιέσεις στο επίπεδο της θάλασσας.
2. Reanalysis χάρτης του στρώματος των 850mb της 3ης Ιουλίου 2006. Τα χρώματα απεικονίζουν τις θερμοκρασίες.
Τις επόμενες μέρες, ο αυλώνας αποχωρεί σταδιακά προς την περιοχή της Τουρκίας, αφήνοντας πίσω του έναν πολύ ισχυρό συνδυασμό χαμηλών πιέσεων στα νοτιοανατολικά της χώρας μας, με αρκετά υψηλότερες στην περιοχή των Βαλκανίων με αποτέλεσμα τους θυελλώδεις βοριάδες στο Αιγαίο (συνδυασμός μελτεμιού και κυκλογένεσης). Η ψυχρή μεταφορά ολοκληρώνεται πλέον σε όλη την χώρα, και οι μέρες θύμιζαν μάλλον αυτές του Σεπτέμβρη. 1. Reanalysis χάρτης του στρώματος των 500mb της 4ης Ιουλίου 2006. Τα χρώματα, απεικονίζουν τα γεωδυναμικά ύψη σε δεκάδες μέτρα και οι λευκές καμπύλες τις πιέσεις στο επίπεδο της θάλασσας.
Αυτή η απότομη αλλαγή των συνθηκών στην ατμόσφαιρα, αρχικά με εισβολή ψυχρότερων αερίων μαζών στ’ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, από τα ΒΔ προς την περιοχή μας, και στη συνέχεια (μετά την 3η του μήνα) επιφανειακή μεταφορά ψυχρότερων αερίων μαζών από τα βορειοανατολικά, προκάλεσε πολύ έντονη πτώση της θερμοκρασίας από βορρά προς νότο. Οι θεαματικότερες πτώσεις στην τιμή της θερμοκρασίας παρατηρήθηκαν κυρίως σε περιοχές της κεντρικής και βόρειας χώρας καθώς: Ενδιαφέρον έχει λοιπόν να δούμε την πτώση της θερμοκρασίας σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου σημειώθηκαν μάλιστα οι μεγαλύτερες θερμοκρασίες: Λάρισα: Η πτώση της θερμοκρασίας από το Σάββατο 1/7 έως και την Δευτέρα 3/7 ήταν 15 βαθμοί, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία του αεροδρομίου, η τιμή της μέγιστης θερμοκρασίας, έφτασε στους 31 βαθμούς την Κυριακή 2/7 (από 36 το Σάββατο 1/7), και στους 21 (!!) βαθμούς την Δευτέρα 3/7, σε συνδυασμό με την αυξημένη συννεφιά. Πρόκειται λοιπόν πτώση της θερμοκρασίας κατά 15 βαθμούς, μέσα σε 2 εικοσιτετράωρα. Στην Καστοριά, από τους 33 βαθμούς του Σαββάτου, στους 19 τη Δευτέρα (14 βαθμοί), στη Θεσσαλονίκη, από τους 33 βαθμούς του Σαββάτου, στους 20 βαθμούς τη Δευτέρα (13 βαθμοί) και στη Κοζάνη από τους 33 βαθμούς του Σαββάτου στους 18 τη Δευτέρα (15 βαθμοί). Στην Αλεξανδρούπολη, η αντίστοιχη πτώση ήταν 10 βαθμοί. Λαμία: Η πτώση της θερμοκρασίας από το Σάββατο 1/7 έως και την Δευτέρα 3/7 ήταν επίσης 10 βαθμοί, αφού η τιμή της μέγιστης θερμοκρασίας έπεσε τελικά στους 27 βαθμούς τη Δευτέρα 3/7 από τους 37C του Σαββάτου 1/7. Ελευσίνα: Από τους 36 βαθμούς την 1η του μηνός, βρέθηκε στους 27 την 3η του μηνός, συνεπώς πρόκειται για πτώση 9 βαθμών. Αθήνα: Οι έντονες επιρροές του φαινομένου Foehn στο ελληνικό, αλλά και η αυξημένη ηλιοφάνεια, για λίγες – έστω – ώρες, δεν οδήγησαν σε θεαματική πτώση της θερμοκρασίας, παρότι τη Δευτέρα ο καιρός ήταν αισθητά ψυχρότερος και καθαρά φθινοπωρινός, στο λεκανοπέδιο της Αθήνας. Όσον αφορά την περίπτωση του Ελληνικού, που βρέθηκε στην κορυφή των υψηλών θερμοκρασιών πανελληνίως, από τους 33C την 1η του μηνός, βρέθηκε στους 30 βαθμούς την 3η του μηνός, όμως αν συμπεριλάβουμε τους 38 βαθμούς της Παρασκευής 30/6, πρόκειται για πτώση 8 βαθμών σε 3 εικοσιτετράωρα. Άραξος: Η πτώση της θερμοκρασίας, για το ίδιο διάστημα ήταν 4 βαθμοί (33C το Σάββατο 1/7, 29C τη Δευτέρα 3/7), όμως αν συμπεριλάβουμε και τους 36 βαθμούς της Παρασκευής 30/6, μιλάμε για πτώση 7 βαθμών σε 3 εικοσιτετράωρα. Κέρκυρα: Η πτώση της θερμοκρασίας, ήταν επίσης 4 βαθμοί (33C το Σάββατο 1/7, 29C τη Δευτέρα 3/7), για τα δύο αυτά 24ωρα, όμως συμπεριλαμβανομένης και της τιμής της Παρασκευής (35C), πρόκειται για πτώση 6 βαθμών. Ζάκυνθος: Ανάλογη τροχιά ακολούθησε η θερμοκρασία με τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου. Η μέγιστη θερμοκρασία βρέθηκε στους 33 βαθμούς το Σάββατο 1/7, για να πέσει στους 30 βαθμούς την Δευτέρα, όμως αν συνυπολογίσουμε την θερμοκρασία της Παρασκευής 30/6 (37C), πρόκειται για πτώση 7 βαθμών μέσα σε 3 εικοσιτετράωρα. Όσον αφορά τα ποσά του υετού, συγκεντρώνοντας παρατηρήσεις από ερασιτεχνικούς και επίσημους μετεωρολογικούς σταθμούς ανά την χώρα, κατασκευάστηκε ο ακόλουθος πίνακας τιμών:
Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, το χαρακτηριστικό του καιρού μετά την 3η του μήνα ήταν οι θυελλώδεις άνεμοι στο Αιγαίο. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των αεροδρομίων των νησιών οι μέγιστες εντάσεις των ανέμων (peak gusts), έφτασαν στις εξής τιμές:
Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία (τα οποία παραμένουν εξ ορισμού ελλειπή αφού η επίσημη ιστοσελίδα της Εθνικής μας Μετεωρολογικής Υπηρεσίας δεν διαθέτει δυστυχώς αρχείο!), φαίνεται σίγουρα πως, η εγκαθίδρυση του χαμηλού στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, έγινε πράγματι την 4η του μηνός, όπως αναφέραμε και στην αρχή, ενώ την προηγούμενη, οι μέγιστες εντάσεις σημειώθηκαν στα νησιά του βορείου Αιγαίου, αφού λόγω της θέσης του χαμηλού που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πάνω από την κεντρική Ελλάδα προκαλώντας έντονες καταιγίδες σε Στερεά & Πελοπόνησο. Προφανώς σε αυτήν την περίπτωση, το βόρειο Αιγαίο, ήταν η περιοχή που σημειώθηκε η έντονη βαροβαθμίδα. Σαν γενική άποψη, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως, οι θυελλώδεις άνεμοι κατέβηκαν στην χώρα μας σαν «κύμα» από το βόρειο Αιγαίο προς το νότιο όπου και διατηρήθηκαν δύο 24ωρα. Αυτό το «κύμα» ήταν που έφερε και τις ψυχρότερες αέριες μάζες στα νότια της χώρας μας. Τα προαναφερθέντα σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες καταιγίδες που σημειώθηκαν σχεδόν σε όλο τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας (αλλά και στο βόρειο Αιγαίο) και με τον καιρό βορείου ρεύματος που επικράτησε στα ανατολικά προσήνεμα την 4η του μηνός, μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως αυτή η διαταραχή ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό κύμα αστάθειας και παρουσίασε χαρακτηριστικά χειμερινού συστήματος. Το γεγονός αυτό την κατατάσσει ως μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες καλοκαιρινές κακοκαιρίες που μπορούν να συμβούν στην χώρα μας. Σε περίπτωση που διανύαμε χειμερινές μέρες, ένα τέτοιο σύστημα αφού θα προκαλούσε αρκετές και πολύ έντονες βροχές σε πάρα πολλές περιοχές της χώρας (και πιθανές παρατάξεις καταιγίδων), θα έφερνε στη συνέχεια έντονη ψυχρή εισβολή και κατακόρυφη πτώση της θερμοκρασίας από βορρά προς νότο με αποτέλεσμα τις χιονοπτώσεις και σε πεδινές περιοχές της νότιας χώρας… B) Στην άλλη πλευρά της μετεωρολογικής ζυγαριάς των όσων έγιναν στις αρχές του Ιουλίου, έρχεται ένα από τα εντονότερα κύματα ζέστης των τελευταίων 10 χρόνων, τουλάχιστον για τις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χώρας μας, το οποίο έπληξε και την Αθήνα μεταξύ 19 και 22 του Αυγούστου, με κορύφωση την 21η του μήνα, οπότε σημειώθηκαν και οι μέγιστες θερμοκρασίες. Η διάταξη στα συστήματα της ατμόσφαιρας, που μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο, είναι χαρακτηριστική παρουσιάζοντας πολλές ομοιότητες με τον παρατεταμένο και έναν από τους χειρότερους καύσωνες, αυτόν του Ιουλίου του 1987: 1. Οι Reanalysis χάρτες των 500hpa και 850hpa της 23/7/1987, την 6η ημέρα εκείνου του καύσωνα
2. Οι Reanalysis χάρτες των 500hpa και 850hpa της 21ης του φετινού Ιουλίου, μέρα κορύφωσης του θερμού κύματος. ![]() ![]() Παρατηρούμε πως, η διάταξη των συστημάτων περιλαμβάνει έντονα αντικυκλωνική κυκλοφορία με επέκταση ridge – αντικυκλώνος εμποδισμού στην περιοχή της κεντρικής Μεσογείου και κάποιο χαμηλό βαρομετρικό στην περιοχή της Μεγ. Βρετανίας. Στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, η ροή των θερμών μαζών είναι από την περιοχή της Λιβύης και της Τυνησίας προς την χώρα μας, όπου είναι και η ζώνη των έντονα καθοδικών ρευμάτων στην ατμόσφαιρα – βασικό (αν και όχι μοναδικό) αίτιο της υπέρμετρης αύξησης της θερμοκρασίας στην επιφάνεια. Όσον αφορά τις θερμοκρασίες (μέγιστες-ελάχιστες) που σημειώθηκαν ανά την χώρα, είναι οι εξής:
Στοιχεία από τον καύσωνα του 1987 έχουμε για μερικές από τις προαναφερθείσες (τονισμένες) πόλεις, όπου οι θερμοκρασίες (μέγιστες - μέγιστες ελάχιστες καύσωνα) που σημειώθηκαν ήταν οι εξής:
Στα περιστατικά του καύσωνα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ελάχιστες τιμές της θερμοκρασίας. Όπως είναι φανερό, σε περιπτώσεις ελάχιστων άνω των 26-27 βαθμών η αίσθηση της ζέστης είναι πολύ εντονότερη. Δεδομένου ότι ένα κύμα καύσωνα είναι πολύ επίπονο για τον οργανισμό, σε περιοχές όπου η ελάχιστη παραμένει πάνω από τις προαναφερθείσες τιμές, ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί να βρεί (σε εξωτερικούς χώρους πάντα) καταφύγιο από την ζέστη της ημέρας ώστε να «ξεκουραστεί» και να ανακτήσει δυνάμεις. Παρατηρούμε πως, σε περιπτώσεις έντονου καύσωνα, οι μεγαλύτερες ελάχιστες θερμοκρασίες σημειώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αυτό φαίνεται πως οφείλεται καθαρά στην επιβάρυνση του μικροκλίματος των πόλεων από την εκτεταμένη ύπαρξη τσιμέντου αλλά και των κλιματιστικών. Η περίπτωση του Ελληνικού είναι ενδεικτική. Στο παρών περιστατικό του καύσωνα η ελάχιστη τιμή της θερμοκρασίας διατηρήθηκε άνω των 30 βαθμών (και τις τρεις μέρες), με μέγιστη τιμή τους 31 βαθμούς. Στο πιο αραιοκατοικημένο Ελληνικό του 1987, η ελάχιστη τιμή της θερμοκρασίας δεν ξεπέρασε τους 28.4 βαθμούς εκείνο το δεκαήμερο, ενώ αν εξετάσει κανείς αναλυτικά τα στοιχεία, θα παρατηρήσει ελάχιστες τιμές κάτω των 26 βαθμών. Βέβαια, ο καύσωνας του 1987, χαρακτηρίστηκε από υψηλότατα επίπεδα σχετικής υγρασίας, τα οποία έκαναν την αίσθηση της ζέστης εντονότερη. Στο παρόν περιστατικό, οι τιμές της σχετικής υγρασίας κυμάνθηκες στις θερμές ώρες σε τιμές κάτω του 20% στις περισσότερες περιοχές καθιστώντας τις συνθήκες σαφώς πιο ανεκτές σε σχέση με τότε. Εξαίρεση σε αυτό, αποτελούν περιοχές της κεντρικής Μακεδονίας (συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης), όπου οι τιμές της σχετικής υγρασίας ξεπέρασαν το 40% τις θερμές ώρες, όμως και πάλι, η θερμοκρασία δεν ξεπέρασε ως επί το πλείστον τους 35 βαθμούς. Είναι φανερό πως, εξετάζοντας μόνο τιμές μέγιστης και ελάχιστης θερμοκρασίας, δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα για το πόσο έντονο και επικίνδυνο ήταν ένα κύμα ζέστης / καύσωνα. Αυτό που έχει επίσης σημασία – και είναι προφανές – είναι η διάρκεια του περιστατικού (στην περίπτωση του 1987, διήρκεσε 10 μέρες, έναντι 3 στην παρούσα περίπτωση), όμως έχει επίσης μεγάλη σημασία να εξετάσουμε τη χρονική διάρκεια στο εικοσιτετράωρο όπου η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 36-37 βαθμούς. Σύμφωνα λοιπόν με αναφορές, στην περίπτωση του 1987, τουλάχιστον όσον αφορά την Αθήνα, η θερμοκρασία παρέμενε σε αυτές τις τιμές για πάρα πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας πράγμα που σε συνδυασμό με τις μεγάλες τιμές στη σχετική υγρασία (όπως προαναφέραμε) έκανε την αίσθηση της ζέστη εντονότερη. Δυστυχώς ωριαία, επίσημα στοιχεία για αυτήν την περίοδο δεν υπάρχουν, συνεπώς, δεν μπορεί να εξεταστεί αυτό το ζήτημα, πιο διεξοδικά. Τέλος, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι, εκτός από τις γενικές διατάξεις στην κυκλοφορία της ατμόσφαιρας, που μπορεί να μας οδηγήσουν σε ένα κύμα καύσωνα (οι οποίες είναι τελικά παρόμοιες κάθε φορά), αυτό που έχει σημασία για το πώς θα επηρεαστεί κάθε περιοχή, είναι οι μικροκλιματικοί παράγοντες που υπάρχουν και λόγω της τοπικής γεωμορφολογίας, του αστικού ιστού κ/α. Σαν σύντομη αναφορά, ιδιαίτερα για την περιοχή της Αττικής, έχει μεγάλη επίσης σημασία το ανεμολογικό πεδίο που υπάρχει το οποίο, αφενός κατανέμει σε διαφορετικές περιοχές μέσα στο λεκανοπέδιο τις μέγιστες θερμοκρασίες κι αφετέρου μπορεί να μεταφέρει ή να απομακρύνει την υγρασία του Σαρωνικού. Στην παρούσα περίπτωση, και όσον αφορά την περιοχή της Αττικής, στην πρώτη μέρα του καύσωνα (20/8), έπνεαν βόρειοι άνεμοι – εξασθενημένο μελτέμι, το οποίο χάριζε κύματα δροσιάς κυρίως στα βόρεια και βορειοανατολικά προάστεια μεταφέροντας την νησίδα της ζέστης από το κέντρο της πόλης και στα νοτιότερα προάστεια. Στην δεύτερη μέρα του καύσωνα 21/8, η ένταση των βοριάδων ήταν σαφώς πιο μικρή, ικανή όμως να ανακόψει τη θαλάσσια αύρα και να την περιορίσει βασικά στα παραθαλάσσια προάστεια. Αυτό σε συνδυασμό με μια περεταίρω θέρμανση των κατώτερων στρωμάτων στην περιοχή μας λόγω κυκλοφορίας, οδήγησε σε μια γενικευμένη αύξηση της θερμοκρασίας σε όλο το λεκανοπέδιο. Το ασθενές βόρειο ρεύμα, σε συνδυασμό με την υποπνέουσα θαλάσσια αύρα, φαίνεται ότι εγκλώβισε τη ζέστη μέσα στο λεκανοπέδιο της Αθήνας και μια ακόμα πολύ θερμή νύχτα ήταν γεγονός, παρόλο που μετά τις απογευματινές ώρες, οι γενικότερες συνθήκες στην κυκλοφορία, προκαλούσαν θεωρητικά πτώση της θερμοκρασίας στα κατώτερα στρώματα της περιοχής μας (ασχέτως της έλευσης της νύχτας). Την 3η μέρα του καύσωνα, 22/8, η θαλάσσια αύρα ενισχύθηκε στα παράκτια του Σαρωνικού εισβάλλοντας περισσότερο σε ηπειρωτικότερες περιοχές του λεκανοπεδίου και φαίνεται πως επικράτησε του βορείου ρεύματος στα κεντρικά και νότια του λεκανοπεδίου. Αυτό, περιόρισε τη ζέστη στο κέντρο της πόλης, αλλά και στα βόρεια προάστεια, τα οποία τελικά σημείωσαν μεγαλύτερες θερμοκρασίες από τα νότια. Ακολουθεί πίνακας, μέγιστων θερμοκρασιών στην περιοχή της Αττικής ( ο οποίος έχει δημοσιευθεί και στο άρθρο «…στην έρημη Αθήνα» :
Την 21η του μήνα, αναμενόταν να διασχίσει την βόρεια Ελλάδα, μια διαταραχή μέσης και ανώτερης τροπόσφαιρας, η οποία έμελλε να βάλει τέλος στο θερμό κύμα και στα νοτιότερα τμήματα της χώρας την επόμενη μέρα, με την αναμενόμενη εισροή χαμηλών θερμοκρασιών και στα κατώτερα στρώματα. Αν παρατηρούσε κανείς δορυφορικές εικόνες και αναφορές ηλεκτρικών εκκενώσεων του απογεύματος της 21ης, θα έβλεπε ταχεία δημιουργία πυρήνων καταιγίδων στα ορεινά της δυτικής Μακεδονίας και της ΒΔ Θεσσαλίας, τα οποία μέσα σε λίγες ώρες, κινήθηκαν ταχύτατα ανατολικά, λόγω του έντονου ρεύματος που υπήρχε στα μέσα και ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Σε αυτήν την γρήγορη κίνησή τους, δεν πρόλαβαν να «συλλέξουν» ικανά ποσά υγρασίας ώστε να προκληθούν νεροποντές, όμως η συνένωσή τους, δημιούργησε ένα γενικευμένο σύστημα που σάρωνε πλέον όλη την κεντρική Μακεδονία. Σε αυτήν του την κίνηση, αναφέρθηκαν μπουρίνια και θυελλώδεις, πλην όμως καυτοί άνεμοι κατά τη διάρκεια του περάσματός του και έντονη ηλεκτρική δραστηριότητα. Οι βροχοπτώσεις περιορίστηκαν σε λίγα μόλις λεπτά διάρκεια, λόγω της γρήγορης κίνησής του, όπως προαναφέραμε. Είναι εμφανές λοιπόν πως ο συνδυασμός του καυτού αέρα, με την έντονη ηλεκτρική δραστηριότητα ήταν που προκάλεσε τη φωτιά στο δάσος της Κασσάνδρας. Έτσι λοιπόν, εκτός, από ένα θύμα στο λεκανοπέδιο της Αττικής, αυτό το θερμό επεισόδιο, είχε σοβαρές συνέπειες και στο φυσικό περιβάλλον κι ένα ακόμα θύμα στη Χαλκιδική. Η φωτιά στην περιοχή, είναι εμφανές ότι ΔΕΝ πρόκειται για περίπτωση εμπρησμού…αλλά βέβαια ζούμε σε προεκλογική περίοδο, οπότε ΟΛΑ επιτρέπονται. Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που ο καιρός γίνεται αφορμή για πολιτική σκοπιμότητα σε αυτήν την χώρα… Ευχαριστίες: Στα μέλη της HellasWeather που προθυμοποιήθηκαν να παράσχουν τις μετρήσεις τους, οι οποίες αποδείχθηκαν κάτι περισσότερο από αναγκαίες για την πραγματοποίηση της ανάλυσης της παραγράφου Α Πηγές:
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|



















